ανασταίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανασταίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνασταίνω[1] < ελληνιστική κοινή ἀνιστ(ῶ), με μεταπλασμό σε -αίνω (αρχαία ελληνική ἀνίστημι) κατά το ανάσταση[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.naˈste.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐να‐σταί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]ανασταίνω, στ.μέλλ.: θα αναστήσω, αόρ.: ανέστησα / ανάστησα, παθ.φωνή: ανασταίνομαι, μτχ.π.π.: αναστημένος
- επαναφέρω θαυματουργά κάποιον νεκρό στη ζωή
- ο Χριστός θεράπευσε παραλυτικούς και ανέστησε νεκρούς
- (μεταφορικά) ξαναδίνω ζωή σε ένα πράγμα που θεωρούνταν άχρηστο ή ξεπερασμένο
- παρακολουθώ τη λειτουργία της Ανάστασης τα μεσάνυχτα Μεγάλου Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα
- πού θα αναστήσετε φέτος;
- μεγαλώνω ένα παιδί
- η μάνα μας μας ανάστησε με μύριες δυσκολίες
Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανασταίνω
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανασταίνω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ ανασταίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αίνω (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)