αναστομώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστομώνω < αναστόμωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική anastomoser)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναστομώνω

  1. ανοίγω τρύπα ή διευρύνω μια ήδη ανοιγμένη
  2. τροχίζω, ακονίζω
  3. λειαίνω
  4. ξαναβάφω
  5. (ιατρική) κάνω αναστόμωση

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]