αναστόμωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναστόμωση οι αναστομώσεις
      γενική της αναστόμωσης
& αναστομώσεως
των αναστομώσεων
    αιτιατική την αναστόμωση τις αναστομώσεις
     κλητική αναστόμωση αναστομώσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστόμωση < γαλλική anastomose < ελληνιστική κοινή ἀναστόμωσις < αρχαία ελληνική ἀναστομόω / ἀναστομῶ < στομόω / στομῶ < στόμα (αντιδάνειο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stomn

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναστόμωση θηλυκό

  1. άνοιγμα μιας τρύπας, μιας οπής, ή διεύρυνσή της
  2. ακόνισμα
  3. (ιατρική) συνένωση ή σύνδεση δύο οργάνων του σώματος
  4. (ανατομία) πλευρική σύνδεση δύο αγγείων ή νεύρων
  5. (βοτανική) η διασταύρωση ή η συνένωση των κλαδωτών τμημάτων ενός φυτού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]