ανασφάλεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανασφάλεια ανασφάλειες
γενική ανασφάλειας ανασφαλειών
αιτιατική ανασφάλεια ανασφάλειες
κλητική ανασφάλεια ανασφάλειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανασφάλεια < καθαρεύουσα ἀνασφάλεια < καθαρεύουσα ἀνασφαλής < ελληνιστική κοινή ἀνασφαλής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανασφάλεια θηλυκό

  1. η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς
    ανασφάλεια κοινωνική, οικονομική, συναισθηματική
    η φυσιολογική ανασφάλεια ενός μικρού παιδιού
    η παθολογική ανασφάλεια
  2. (λαϊκότροπο) (προφορικό), στον πληθυντικό
    Αμάν βρε γυναίκα με τις ανασφάλειές σου, αφού ξέρεις ότι μόνο εσένα αγαπώ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]