ανατίναξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατίναξη < ανατινάσσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανατίναξη θηλυκό

  1. η πράξη και το αποτέλεσμα του ανατινάσσω
    η ανατίναξη της γέφυρας εμπόδισε το πέρασμα του εχθρού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]