ανατεθειμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀνατεθειμένος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανατεθειμένος η ανατεθειμένη το ανατεθειμένο
      γενική του ανατεθειμένου της ανατεθειμένης του ανατεθειμένου
    αιτιατική τον ανατεθειμένο την ανατεθειμένη το ανατεθειμένο
     κλητική ανατεθειμένε ανατεθειμένη ανατεθειμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανατεθειμένοι οι ανατεθειμένες τα ανατεθειμένα
      γενική των ανατεθειμένων των ανατεθειμένων των ανατεθειμένων
    αιτιατική τους ανατεθειμένους τις ανατεθειμένες τα ανατεθειμένα
     κλητική ανατεθειμένοι ανατεθειμένες ανατεθειμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατεθειμένος < μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος ανατίθεμαι του αναθέτω

Μετοχή[επεξεργασία]

ανατεθειμένος, ανατεθειμένη, ανατεθειμένο

  • που έχει ανατεθεί, τον έχουν εμπιστευθεί σε κάποιον για ολοκλήρωση, επεξεργασία ή οτιδήποε άλλο, που έχει χρεωθεί σε κάποιον ως εργασία ή υποχρέωση ή ευθύνη
  • Το ανατεθειμένο έργο σταμάτησε όταν ξέσπασε σκάνδαλο σχετικά με τους όρους ανάθεσης
  • Ο ανατεθειμένος τομέας ευθύνης....
  • Ανατεθειμένη υπηρεσία/εργολαβία/παραγγελία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]