ανατομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανατομία ανατομίες
γενική ανατομίας ανατομιών
αιτιατική ανατομία ανατομίες
κλητική ανατομία ανατομίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατομία < ελληνιστική κοινή ἀνατομία < ἀνά + αρχαία ελληνική τομή < τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανατομία θηλυκό

  1. (βιολογία) ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τη δομή των ζώντων οργανισμών
  2. (ιατρική) ο κλάδος της ιατρικής που μελετά τη δομή του ανθρώπινου σώματος· η ανατομική
  3. η δομή του σώματος του ανθρώπου ή ενός ζώου
  4. (μεταφορικά) η λεπτομερής εξέταση που φέρνει στο φως τη δομή του υπό έρευνα αντικειμένου
η ανατομία ενός εγκλήματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]