ανατροφή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανατροφή ανατροφές
γενική ανατροφής ανατροφών
αιτιατική ανατροφή ανατροφές
κλητική ανατροφή ανατροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατροφή < ελληνιστική κοινή ἀνατροφή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανατροφή θηλυκό

  1. η διατροφή, η υλική και συναισθηματική φροντίδα, και κυρίως η διαπαιδαγώγηση που παρέχεται σε ένα παιδί από εκείνον που έχει την ευθύνη του
    Η εργασία ήτο η μόνη ανατροφή, ἥν είχε λάβει παρά του πατρός του, αύτη δε ήτο, φρονώ, η αρίστη, ἥν ηδύνατο λάβη, και αύτη τον έσωζεν. (Αλ. Παπαδιαμάντης, "Η Γυφτοπούλα")
    Κακότροπο παιδί! Χωρίς ανατροφή!) (δηλ. χωρίς καλή ανατροφή)
  2. (σπάνια) διατροφή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]