ανατυπώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατυπώνω < ελληνιστική κοινή ἀνατυπόω-ἀνατυπῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανατυπώνω

  1. ξανατυπώνω ένα παλιότερο βιβλίο, το επανεκδίδω χωρίς όμως αλλαγές, ανανέωση ή και τυχόν βελτίωση, το τυπώνω μένοντας πιστός στην πρώτη έκδοση ως είχε ή το τυπώνω ακριβώς ίδιο επειδή απλά διεκπεραιώνω την εργασία χωρίς να με προβληματίζει ή να με αφορά το περιεχόμενο

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]