ανατόμοι

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[edit]

ανατόμοι αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανατόμος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού