ανατόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανατόμος ανατόμοι
γενική ανατόμου ανατόμων
αιτιατική ανατόμο ανατόμους
κλητική ανατόμε ανατόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατόμος < ανατομία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανατόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. εκείνος που διενεργεί τη νεκροψία και νεκροτομή, ο ιατροδικαστής
  2. ο επιστήμονες που ασχολείται με την ανατομία
  3. εκείνος που εμβαθύνει σε ένα θέμα ή ψυχολογεί σε βάθος τους άλλους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]