ανατόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ανατόμος οι ανατόμοι
      γενική του/της ανατόμου των ανατόμων
    αιτιατική τον/την ανατόμο τους/τις ανατόμους
     κλητική ανατόμε ανατόμοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατόμος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανατόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. εκείνος που διενεργεί τη νεκροψία και νεκροτομή, ο ιατροδικαστής
  2. ο επιστήμονες που ασχολείται με την ανατομία
  3. εκείνος που εμβαθύνει σε ένα θέμα ή ψυχολογεί σε βάθος τους άλλους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]