αναφαίρετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναφαίρετος αναφαίρετη αναφαίρετο
γενική αναφαίρετου αναφαίρετης αναφαίρετου
αιτιατική αναφαίρετο αναφαίρετη αναφαίρετο
κλητική αναφαίρετε αναφαίρετη αναφαίρετο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναφαίρετοι αναφαίρετες αναφαίρετα
γενική αναφαίρετων αναφαίρετων αναφαίρετων
αιτιατική αναφαίρετους αναφαίρετες αναφαίρετα
κλητική αναφαίρετοι αναφαίρετες αναφαίρετα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναφαίρετος < ελληνιστική κοινή ἀναφαίρετος < ἀν- στερητικό + ἀφαιρέω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αναφαίρετος, -η, -ο

  1. που δεν μπορεί κανείς να τον αφαιρέσει από κάποιον
    αναφαίρετο δικαίωμα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]