αναφτερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αναπτερώνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναφτερώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀναφτερώνω[1] < ελληνιστική κοινή ἀναπτερώνω < {αρχαία ελληνική ἀναπτερόω - ἀναπτερῶ. Δείτε και ἀναπτερυγίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

αναφτερώνω (παθητικό αναφτερώνομαι κυρίως στο γ΄ πρόσωπο)

  1. σηκώνω τα φτερά μου για να πετάξω
    ※  Ο Καβάφης..... έγινε βαθμιαία ο κεντρικός ποιητής του Μείζονος Ελληνισμού, του καινούριου πλατιού ελληνικού κόσμου που άνοιξε ο Μεγαλέξαντρος, που υπερασπίστηκαν οι Βυζαντινοί, που αναφτέρωσε ο Βενιζέλος.... (Γ.Π. Σαββίδης, "Μικρά Καβαφικά", 1987)
    ※  ο Ορλώφ κατέστρεψε τον τουρκικό στόλο και μαζί μ' αυτόν τον Μοριά και την Κρήτη, που, μάταια, αναφτερώθηκαν από τη νίκη ("Απ' τον Τσεσμέ προς τη Σμύρνη" Μεν. Παρλαμάς, 1961)
  2. δίνω σε κάποιον φτερά, ενθαρρύνω
  3. (δημοτική) βγάζω φτερά
    τα κλωσσόπουλα αναφτερώσανε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. λήμμα αναφτερώνω - Γεωργακάς, Δημήτριος Ι. Ελληνο-αγγλικό Λεξικό - A Modern Greek-English Dictionary (MGED), Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, λήμματα 'Α' χ.χ.

Πηγές[επεξεργασία]