αναχρονιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναχρονιστικός αναχρονιστική αναχρονιστικό
γενική αναχρονιστικού αναχρονιστικής αναχρονιστικού
αιτιατική αναχρονιστικό αναχρονιστική αναχρονιστικό
κλητική αναχρονιστικέ αναχρονιστική αναχρονιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναχρονιστικοί αναχρονιστικές αναχρονιστικά
γενική αναχρονιστικών αναχρονιστικών αναχρονιστικών
αιτιατική αναχρονιστικούς αναχρονιστικές αναχρονιστικά
κλητική αναχρονιστικοί αναχρονιστικές αναχρονιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναχρονιστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anachronistic < anachronism < ανά + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναχρονιστικός -ή -ό

  1. που περιέχει έναν αναχρονισμό
  2. που ακολουθεί το πνεύμα και τις συνήθειες μιας άλλης εποχής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οπισθοδρομικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]