αναχωρητής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναχωρητής < αρχαία ελληνική ἀναχωρητής < ἀναχωρέω + -τής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναχωρητής αρσενικό
- αυτός που εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ο ερημίτης