αναχωρητισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναχωρητισμός οι αναχωρητισμοί
      γενική του αναχωρητισμού των αναχωρητισμών
    αιτιατική τον αναχωρητισμό τους αναχωρητισμούς
     κλητική αναχωρητισμέ αναχωρητισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναχωρητισμός < από την ελληνογενή γαλλική anachorétisme < αρχαία ελληνική ἀναχώρησις + (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική départ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναχωρητισμός αρσενικό

  1. η τάση για απομάκρυνση από την κοινωνική ζωή και δράση προς τον τρόπο ζωής του αναχωρητή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]