αναχώρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναχώρηση αναχωρήσεις
γενική αναχώρησης
& αναχωρήσεως
αναχωρήσεων
αιτιατική αναχώρηση αναχωρήσεις
κλητική αναχώρηση αναχωρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναχώρηση < αρχαία ελληνική ἀναχώρησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναχώρηση θηλυκό

  1. το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα)
    αίθουσα αναχωρήσεων
  2. (συνεκδοχικά) το να εγκαταλείπει κάποιος την κοσμική ζωή και να μονάζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]