αναψυχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναψυχή αναψυχές
γενική αναψυχής αναψυχών
αιτιατική αναψυχή αναψυχές
κλητική αναψυχή αναψυχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναψυχή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναψυχή θηλυκό

  1. Μη υποχρεωτική δραστηριότητα με σκοπό την σωματική ή ψυχική ανάπαυση, ανάταση ή ευεξία.
  2. (παρωχημένο) ανακούφιση, παρηγοριά
  3. (παρωχημένο) χαρά, ικανοποίηση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]