ανδρογόνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανδρογόνο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανδρογόνο ουδέτερο

  1. (βιολογία): ανδρική ορμόνη που προκαλεί την ανάπτυξη δευτερευόντων σεξουαλικών χαρακτηριστικών, όπως π.χ. η τεστοστερόνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]