ανδρόγυνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανδρόγυνος < αρχαία ελληνική ἀνδρόγυνος < ἀνήρ + γυνή
Επίθετο
[επεξεργασία]ανδρόγυνος, -η, -ο
- όποιος άνθρωπος έχει χαρακτηριστικά και των δύο φύλων (αρσενικό και θηλυκό)
- ※ Η Λουσί ντε λα Φαλέζ, αγοροκόριτσο της σεζόν, ποζάρει αγκαλιά με την ανδρόγυνη θεία της Λουλού (Ταχδρόμος, τεύχη 7-11, 1993, σελ. 79)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανδρόγυνος