ανείπωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανείπωτος ανείπωτη ανείπωτο
γενική ανείπωτου ανείπωτης ανείπωτου
αιτιατική ανείπωτο ανείπωτη ανείπωτο
κλητική ανείπωτε ανείπωτη ανείπωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανείπωτοι ανείπωτες ανείπωτα
γενική ανείπωτων ανείπωτων ανείπωτων
αιτιατική ανείπωτους ανείπωτες ανείπωτα
κλητική ανείπωτοι ανείπωτες ανείπωτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανείπωτος < α στερητικό και είπα (αόριστος του λέγω)

Επίθετο[επεξεργασία]

ανείπωτος

  1. που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, τόσο σημαντικός, έντονος, συνταρακτικός
  2. που δεν ειπώθηκε, που δεν είναι ειπωμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]