ανεβοκατέβασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανεβοκατέβασμα ανεβοκατεβάσματα
γενική ανεβοκατεβάσματος ανεβοκατεβασμάτων
αιτιατική ανεβοκατέβασμα ανεβοκατεβάσματα
κλητική ανεβοκατέβασμα ανεβοκατεβάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεβοκατέβασμα < ανέβ(ασμα) -ο- κατέβασμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανεβοκατέβασμα ουδέτερο

  1. το να ανεβαίνει και να κατεβαίνει κάποιος ή κάτι επανειλημμένα
    • Αμάν πια αυτοί από τον τρίτο, δεν κουράστηκαν με το ανεβοκατέβασμα; Ολο κάτι ξεχνάνε, κάτι θυμώνται και όλο σούρτα-φέρτα με το ασανσέρ που το πληρώνουμε όλοι
  2. οι ανωμαλίες σε ορεινή διαδρομή
    Δεν θέλω να οδηγήσει το παιδί. Εχει πολλές στροφές ο δρόμος και ανεβοκατεβάσματα. Ας οδηγήσει κάποιος με πείρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]