ανεκδιήγητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανεκδιήγητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεκδιήγητος[1] < στερητικό ἀν- και ἐκδιηγοῦμαι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.nek.ðiˈi.ʝi.tos/
Επίθετο
[επεξεργασία]ανεκδιήγητος
- (μειωτικό) που δεν έχει ειρμό και λογική, που δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε ή να τον εξηγήσουμε
- τι να σου πω! Είσαι ανεκδιήγητος!
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- αρχικά χρησιμοποιήθηκε με την κυριολεκτική σημασία, κάποιος που δεν μπορεί να περιγραφεί και αργότερα παρέμεινε μόνο η αρνητική σημασία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανεκδιήγητος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανεκδιήγητος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)