ανεκδοτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ανέκδοτος, ανεκδοτολογικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεκδοτικός ανεκδοτική ανεκδοτικό
γενική ανεκδοτικού ανεκδοτικής ανεκδοτικού
αιτιατική ανεκδοτικό ανεκδοτική ανεκδοτικό
κλητική ανεκδοτικέ ανεκδοτική ανεκδοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεκδοτικοί ανεκδοτικές ανεκδοτικά
γενική ανεκδοτικών ανεκδοτικών ανεκδοτικών
αιτιατική ανεκδοτικούς ανεκδοτικές ανεκδοτικά
κλητική ανεκδοτικοί ανεκδοτικές ανεκδοτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεκδοτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anecdotique < anecdote < αρχαία ελληνική ἀνέκδοτος < ἀν- + ἔκδοτος < ἐκδίδωμι < ἐκ- + δίδωμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανεκδοτικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με τα ανέκδοτα, αναφέρεται σ’ αυτά ή αναπτύσσεται, περιγράφεται ή λέγεται με ανέκδοτα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]