ανελαστικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανελαστικότητα
γενική ανελαστικότητας
αιτιατική ανελαστικότητα
κλητική ανελαστικότητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανελαστικότητα < ανελαστικός + -ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανελαστικότητα θηλυκό

  1. η έλλειψη ελαστικότητας σε κάτι με υλική υπόσταση
    ανελαστικότητα υφάσματος, σωλήνα, δομικών υλικών, σκελετού
  2. η έλλειψη ελαστικότητας σε συμπεριφορά, η άτεγκτη στάση, η εμμονή στο "γράμμα του νόμου", η αδιάλλακτη στάση, η επιμονή στην τήρηση κάποιων αυστηρών ορίων σε προσωπικό επίπεδο ή σε κοινωνικό, όπως στα όρια ελιγμών, ερμηνείας και επιείκειας που επιτρέπει ένας νόμος
  3. (οικον.) η μη μεταβολή στην τιμή, στην παραγωγή, στην κατανάλωση, στη ζήτηση
    Η ανελαστικότητα των τιμών
    Η ανελαστικότητα στην κατανάλωση καπνού, δηλαδή το γεγονός ότι η αύξηση της τιμής του δεν μειώνει την κατανάλωση, δείχνει ότι…

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]