ανελικτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανελικτικός ανελικτική ανελικτικό
γενική ανελικτικού ανελικτικής ανελικτικού
αιτιατική ανελικτικό ανελικτική ανελικτικό
κλητική ανελικτικέ ανελικτική ανελικτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανελικτικοί ανελικτικές ανελικτικά
γενική ανελικτικών ανελικτικών ανελικτικών
αιτιατική ανελικτικούς ανελικτικές ανελικτικά
κλητική ανελικτικοί ανελικτικές ανελικτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανελικτικός < ανα- + ελληνιστική κοινή ἑλικτικός < αρχαία ελληνική ἑλικτός < ἑλίσσω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανελικτικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την ανέλιξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που είναι δυνατόν να ξετυλιχτεί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]