ανελκυστήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ανελκυστήρας οι ανελκυστήρες
      γενική του ανελκυστήρα των ανελκυστήρων
    αιτιατική τον ανελκυστήρα τους ανελκυστήρες
     κλητική ανελκυστήρα ανελκυστήρες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανελκυστήρας < καθαρεύουσα ἀνελκυστήρ < αρχαία ελληνική ἀνελκύω + -τήρας[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.nel.ciˈsti.ɾas/
181 St Elevators (50184724056).jpg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανελκυστήρας αρσενικό

  • σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

επίσης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]