Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανεμοστρόβιλος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ανεμοστρόβιλος οι ανεμοστρόβιλοι
      γενική του ανεμοστρόβιλου των ανεμοστρόβιλων
    αιτιατική τον ανεμοστρόβιλο τους ανεμοστρόβιλους
     κλητική ανεμοστρόβιλε ανεμοστρόβιλοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανεμοστρόβιλος < ελληνιστική κοινή ἀνεμοστρόβυλος με ιώτα κατά το στρόβιλος. Συγχρονικά αναλύεται σε ανεμο- + στρόβιλος.
Ανεμοστρόβιλος στο Ραμάντι του Ιράκ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ne.moˈstɾo.vi.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νε‐μο‐στρό‐βι‐λος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανεμοστρόβιλος αρσενικό

  • (μετεωρολογία): ο κατακόρυφος ανοδικά στροβιλισμός της αέριας μάζας
    παράδειγμα  ο ανεμοστρόβιλος είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο ιδιαίτερα περιορισμένο τοπικά και σύντομο χρονικά
    ※  Πώς ήταν εκεί στα τσαντίρια που μείνατε πέντε μήνες; Έχετε μνήμες; -Όταν έπιανε το χαμψίνι, τι το λέγανε, η άμμος, έπρεπε να μπεις μέσα… Να κλείσεις τα τσαντίρια και να κλείσεις και να ακούς την άμμο απάνω στο τσαντίρι. Να γίνεται ανεμοστρόβιλος και να περιμένεις να περάσει. Πώς το λέγανε; Χαμψίνι; (Δύο κυρίες από τη Χίο θυμούνται τη ζωή τους στην Αφρική κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, Ενότητα 1, Το ταξίδι στην Αφρική, το πέρασμα από τον Τσεσμέ και το Χαλέπι, ανάκτηση στις 17/7/2026 )

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]