ανεξάντλητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανεξάντλητος < μεσαιωνική ελληνική ἀνεξάντλητος < αρχαία ελληνική ἐξαντλέω
Επίθετο
[επεξεργασία]ανεξάντλητος, -η, -ο
- που δεν εξαντλείται ή δεν μπορεί να εξαντληθεί, να τελειώσει
- ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.
- Benjamin Reyners, Τόμας Έντισον, Οι μεγάλες εφευρέσεις μιας ακόρεστης ιδιοφυΐας, μετάφραση: Lina Sideris, αρχική δημοσίευση: (2023), εκδόσεις: 50Minutes.com, ISBN 9782808665063, @google.gr/books
- ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ανεξάντλητα
- → δείτε τις λέξεις εξαντλώ και αντλώ
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- αστείρευτος
- ατελείωτος
- άνορος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανεξάντλητος