ανεπεξέργαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεπεξέργαστος ανεπεξέργαστη ανεπεξέργαστο
γενική ανεπεξέργαστου ανεπεξέργαστης ανεπεξέργαστου
αιτιατική ανεπεξέργαστο ανεπεξέργαστη ανεπεξέργαστο
κλητική ανεπεξέργαστε ανεπεξέργαστη ανεπεξέργαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεπεξέργαστοι ανεπεξέργαστες ανεπεξέργαστα
γενική ανεπεξέργαστων ανεπεξέργαστων ανεπεξέργαστων
αιτιατική ανεπεξέργαστους ανεπεξέργαστες ανεπεξέργαστα
κλητική ανεπεξέργαστοι ανεπεξέργαστες ανεπεξέργαστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεπεξέργαστος < μεσαιωνική ελληνική ἀνεπεξέργαστος « αρχαία ελληνική ἐπεξεργάζομαι

Επίθετο[επεξεργασία]

ανεπεξέργαστος

  1. ο μη επεξεργασμένος, που θα μπορούσε να έχε υποστεί επεξεργασία, αλλά που έμεινε δίχως αυτήν ίσως επειδή έτσι χρειαζόταν, να είναι σε πρωτογενή μορφή
  2. ο τραχύς, ο άγαρμπος, ίσως και χοντροκομμένος, ο αδούλευτος, εκείνος που έμεινε δίχως επεξεργασία ενώ θα έπρεπε να είναι πιο καλοδουλεμένος, πιο ραφιναρισμένος
  3. που δεν τον έχουν επεξεργαστεί νοητικά, ανεξέταστος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]