ανεπιστρέφων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

αν- + επιστρέφων < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά anāgāmi < σανσκριτικά και πάλι - ο μη επιστρέφων

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

τα πάλι είναι ιερή σανσκριτική-βουδιστική γλώσσα

πάλι < σανσκριτικά पालिभाषा ‎(pālibhāṣā, “γλώσσα-διάλεκτος των ιερών κειμένων”) < पालि ‎(pāli, “γραμμή, κείμενο (ιερού κανόνα/ιερού κώδικα/ιερού βιβλίου)”).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρσενικό (θηλυκό ανεπιστρέφουσα, ουδέτερο ανεπιστρέφον)