ανεπτυγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεπτυγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπτύσσω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανεπτυγμένος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει ήδη αναπτυχθεί (π.χ. σε διάπλαση σωματική ή ως χώρα, στον τομέα της βιομηχανίας)
  2. που είναι εκτεταμένο, απλωμένο, ως σχήμα
    ανεπτυγμένο τετράγωνο,ανεπτυγμένος κύβος
  3. που ως θέμα παρουσιάστηκε αναλυτικά και εμπεριστατωμένα χωρίς περιττά στοιχεία
    Το θέμα της έκθεσης ήταν ανεπτυγμένο πολύ σωστά
  4. που είναι αναλυμένος
    Κάθε αριθμός μπορεί να γραφεί σε ανεπτυγμένη μορφή
δείτε τη λέξη: αναπτύσσω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]