ανερμάτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανερμάτιστος ανερμάτιστη ανερμάτιστο
γενική ανερμάτιστου ανερμάτιστης ανερμάτιστου
αιτιατική ανερμάτιστο ανερμάτιστη ανερμάτιστο
κλητική ανερμάτιστε ανερμάτιστη ανερμάτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανερμάτιστοι ανερμάτιστες ανερμάτιστα
γενική ανερμάτιστων ανερμάτιστων ανερμάτιστων
αιτιατική ανερμάτιστους ανερμάτιστες ανερμάτιστα
κλητική ανερμάτιστοι ανερμάτιστες ανερμάτιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανερμάτιστος < αρχαία ελληνική ἀνερμάτιστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανερμάτιστος

  1. που δεν έχει έρμα, σαβούρα
  2. (μεταφορικά), (για χαρακτήρες) που μεταβάλλεται εύκολα είτε λόγω έλλειψης γνώσεων είτε λόγω χαρακτήρα
  3. (μεταφορικά), (ειδικότερα) (για επιστήμονες) που η κατάρτισή τους στο αντικείμενό τους είναι ελλιπής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]