ανευφημώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανευφημώ < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανευφημώ

  1. (καθαρεύουσα) επιδοκιμάζω κάποιον δημόσια, συχνά με έντονο τρόπο

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]