ανεφοδιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεφοδιάζω < ανά + εφοδιάζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική approvisionner)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανεφοδιάζω (παθητική φωνή: ανεφοδιάζομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]