ανησυχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανησυχία ανησυχίες
γενική ανησυχίας ανησυχιών
αιτιατική ανησυχία ανησυχίες
κλητική ανησυχία ανησυχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανησυχία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανησυχία θηλυκό

  1. συναίσθημα ελαφριού άγχους και φόβου για την κατάσταση κάποιου, την κατάληξη ενός γεγονότος κλπ.
    οι ερωτηθέντες εξέφρασαν βαθιά ανησυχία για την οικονομική κατάσταση της χώρας
  2. φροντίδα, κάτι που με νοιάζει, κάτι για το οποίο ανησυχώ
    τα παιδιά στην εφηβική ηλικία έχουν πολλές ανησυχίες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]