ανησυχητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανησυχητικός ανησυχητική ανησυχητικό
γενική ανησυχητικού ανησυχητικής ανησυχητικού
αιτιατική ανησυχητικό ανησυχητική ανησυχητικό
κλητική ανησυχητικέ ανησυχητική ανησυχητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανησυχητικοί ανησυχητικές ανησυχητικά
γενική ανησυχητικών ανησυχητικών ανησυχητικών
αιτιατική ανησυχητικούς ανησυχητικές ανησυχητικά
κλητική ανησυχητικοί ανησυχητικές ανησυχητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανησυχητικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανησυχητικός

  1. που προκαλεί ανησυχία, (συχνά-κυρίως-συνήθως ελαφρύ) φόβο για κατάληξη ή αποτέλεσμα
    τα νέα στατιστικά στοιχεία για την κατάχρηση ναρκωτικών είναι αρκετά ανησυχητικά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]