ανθεκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανθεκτικός ανθεκτική ανθεκτικό
γενική ανθεκτικού ανθεκτικής ανθεκτικού
αιτιατική ανθεκτικό ανθεκτική ανθεκτικό
κλητική ανθεκτικέ ανθεκτική ανθεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανθεκτικοί ανθεκτικές ανθεκτικά
γενική ανθεκτικών ανθεκτικών ανθεκτικών
αιτιατική ανθεκτικούς ανθεκτικές ανθεκτικά
κλητική ανθεκτικοί ανθεκτικές ανθεκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθεκτικός < αρχαία ελληνική ἀνθεκτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανθεκτικός

  1. που έχει μεγάλη αντοχή, που δεν φθείρεται εύκολα ή που δεν παθαίνει εύκολα ζημιές
  2. (ιατρική) (για νόσο) που δεν αντιδρά θετικά σε εμβόλιο ή θεραπεία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]