ανθελονοσιακό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανθελονοσιακό τα ανθελονοσιακά
      γενική του ανθελονοσιακού των ανθελονοσιακών
    αιτιατική το ανθελονοσιακό τα ανθελονοσιακά
     κλητική ανθελονοσιακό ανθελονοσιακά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθελονοσιακό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανθελονοσιακός. Εννοείται η λέξη φάρμακο.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθελονοσιακό ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ανθελονοσιακό

  1. (αρσενικό) ανθελονοσιακός, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του ανθελονοσιακός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού