ανθοσκέπαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανθοσκέπαστος ανθοσκέπαστη ανθοσκέπαστο
γενική ανθοσκέπαστου ανθοσκέπαστης ανθοσκέπαστου
αιτιατική ανθοσκέπαστο ανθοσκέπαστη ανθοσκέπαστο
κλητική ανθοσκέπαστε ανθοσκέπαστη ανθοσκέπαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανθοσκέπαστοι ανθοσκέπαστες ανθοσκέπαστα
γενική ανθοσκέπαστων ανθοσκέπαστων ανθοσκέπαστων
αιτιατική ανθοσκέπαστους ανθοσκέπαστες ανθοσκέπαστα
κλητική ανθοσκέπαστοι ανθοσκέπαστες ανθοσκέπαστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθοσκέπαστος < άνθος + σκεπάζω

Επίθετο[επεξεργασία]

ανθοσκέπαστος, -η, -ο

  • (ποίηση) καλυμμένος από άνθη
    Μή ζητήτε την αιτίαν τών πυκνών μου στεναγμάτων, ενώ στίλβει της ζωής μου ή χρυσέμβαφος αυγή, το πάν χαίρει και ελπίζει υπ' αισίων αισθημάτων, όταν δέχεται το έαρ ανθοσκέπαστος ή γή (Ποιηταί του 19ου αιώνα, Κωνσταντίνος Δημαράς, 1959, σελ. 337)
    Απλωμένη φιλήδονα ανάμεσα σε δυο ηπείρους, ανάμεσα σε δύο θάλασσες, τόπος φεγγαρόλουστος και ηλιοθρεμμένος, προικισμένος με όλα τα καλούδια της φύσης, τόπος ανθοσκέπαστος και μοσχομύριστος. (Ένας περίπατος στο Βόσπορο... , στην Πόλη..., στην Ιστορία, Κ. Αδαμόπουλου, Ποντιακή Εστία, Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος, Περίοδος β’ - Χρόνος 35ος - Τεύχος 171... Απρίλιος - Μάιος - Ιούνιος, Περίοδος β’ - Χρόνος 35ος - Τεύχος 169, σελ. 286)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]