ανθρακοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανθρακοφόρος ανθρακοφόρα ανθρακοφόρο
γενική ανθρακοφόρου ανθρακοφόρας ανθρακοφόρου
αιτιατική ανθρακοφόρο ανθρακοφόρα ανθρακοφόρο
κλητική ανθρακοφόρε ανθρακοφόρα ανθρακοφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανθρακοφόροι ανθρακοφόρες ανθρακοφόρα
γενική ανθρακοφόρων ανθρακοφόρων ανθρακοφόρων
αιτιατική ανθρακοφόρους ανθρακοφόρες ανθρακοφόρα
κλητική ανθρακοφόροι ανθρακοφόρες ανθρακοφόρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθρακοφόρος < άνθρακας + -φόρος (< φέρω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανθρακοφόρος

  1. αυτός που φέρει άνθρακα
    ανθρακοφόρο πλοίο
  2. ανθρακούχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]