ανθρακωρυχείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθρακωρυχείο ανθρακωρυχεία
γενική ανθρακωρυχείου ανθρακωρυχείων
αιτιατική ανθρακωρυχείο ανθρακωρυχεία
κλητική ανθρακωρυχείο ανθρακωρυχεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθρακωρυχείο < άνθρακας + ορυχείο (< αρχαία ελληνική ὀρύττω· (το ω (ανθρακωρυχείο) εξηγείται με τον αρχαιοελληνικό φωνητικό νόμο της συνθετικής έκτασης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθρακωρυχείο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]