ανθρωπάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθρωπάκι ανθρωπάκια
γενική
αιτιατική ανθρωπάκι ανθρωπάκια
κλητική ανθρωπάκι ανθρωπάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθρωπάκι < άνθρωπος + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθρωπάκι ουδέτερο

  1. (οικείο) το μωρό
  2. μικρόσωμος άνθρωπος
  3. (μεταφορικά-μειωτικά) ασήμαντος ή τιποτένιος άνθρωπος
  4. (μεταφορικά) άκακος και αγαθός άνθρωπος, που δεν πειράζει

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]