ανθρωπιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθρωπιά ανθρωπιές
γενική ανθρωπιάς ανθρωπιών
αιτιατική ανθρωπιά ανθρωπιές
κλητική ανθρωπιά ανθρωπιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθρωπιά < μεσαιωνική ελληνική < άνθρωπος + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθρωπιά θηλυκό

  1. η ιδιότητα αυτού που είναι καλός άνθρωπος, που έχει καλοσύνη και νοιάζεται για τον συνάνθρωπό του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • της ανθρωπιάς: για κάτι που είναι ανεκτό, κατάλληλο για χρήση, που αρμόζει σε άνθρωπο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]