ανθρωποθάλασσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανθρωποθάλασσα θηλυκό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανθρωποθάλασσα
|
|

ανθρωποθάλασσα θηλυκό
|
|