ανθρωπομετρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανθρωπομετρικός ανθρωπομετρική ανθρωπομετρικό
γενική ανθρωπομετρικού ανθρωπομετρικής ανθρωπομετρικού
αιτιατική ανθρωπομετρικό ανθρωπομετρική ανθρωπομετρικό
κλητική ανθρωπομετρικέ ανθρωπομετρική ανθρωπομετρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανθρωπομετρικοί ανθρωπομετρικές ανθρωπομετρικά
γενική ανθρωπομετρικών ανθρωπομετρικών ανθρωπομετρικών
αιτιατική ανθρωπομετρικούς ανθρωπομετρικές ανθρωπομετρικά
κλητική ανθρωπομετρικοί ανθρωπομετρικές ανθρωπομετρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθρωπομετρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anthropométrique < anthropométrie < αρχαία ελληνική ἄνθρωπος + μέτρον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανθρωπομετρικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]