ανθρωπομορφικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανθρωπομορφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anthropomorphique < anthropomorphisme < αρχαία ελληνική ἄνθρωπος + μορφή. Μορφολογικά αναλύεται σε ανθρωπο- + -μορφικός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /an.θɾo.po.moɾ.fiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αν‐θρω‐πο‐μορ‐φι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]ανθρωπομορφικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με τον ανθρωπομορφισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις ανθρωπομορφισμός, άνθρωπος και μορφή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανθρωπομορφικός
Πηγές
[επεξεργασία]- ανθρωπομορφικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ανθρωπομορφικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ανθρωπομορφικός - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ανθρωπο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μορφικός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)