Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανθυπαστυνόμου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ανθυπαστυνόμου αρσενικό ή θηλυκό