Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανθυποπλοίαρχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ανθυποπλοίαρχος οι ανθυποπλοίαρχοι
      γενική του/της
του
ανθυποπλοιάρχου
ανθυποπλοίαρχου
των ανθυποπλοιάρχων
& ανθυποπλοίαρχων
    αιτιατική τον/την ανθυποπλοίαρχο τους/τις
τους
ανθυποπλοιάρχους
ανθυποπλοίαρχους
     κλητική ανθυποπλοίαρχε ανθυποπλοίαρχοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό.
Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανθυποπλοίαρχος < ανθ- + υποπλοίαρχος (υπο- + πλοίαρχος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανθυποπλοίαρχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος, στρατιωτικός βαθμός) κατώτερος/κατώτερη αξιωματικός (υπολοχαγός) του λιμενικού σώματος ή του πολεμικού ναυτικού
  2. (ναυτικός όρος) τρίτος/τρίτη πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
ελληνικοί στρατιωτικοί βαθμοί
Στρατός Ξηράς Πολεμικό Ναυτικό Πολεμική Αεροπορία
Aξιωματικοί
Ανώτατοι
στρατάρχης
αρχιστράτηγος αρχιναύαρχος αρχιπτέραρχος / στρατάρχης
στρατηγός ναύαρχος πτέραρχος
αντιστράτηγος αντιναύαρχος αντιπτέραρχος
υποστράτηγος υποναύαρχος υποπτέραρχος
ταξίαρχος αρχιπλοίαρχος ταξίαρχος
Ανώτεροι
συνταγματάρχης πλοίαρχος σμήναρχος
αντισυνταγματάρχης αντιπλοίαρχος αντισμήναρχος
ταγματάρχης πλωτάρχης επισμηναγός
Κατώτεροι
λοχαγός υποπλοίαρχος σμηναγός
υπολοχαγός ανθυποπλοίαρχος υποσμηναγός
ανθυπολοχαγός σημαιοφόρος ανθυποσμηναγός
Ανθυπασπιστές
ανθυπασπιστής
δόκιμος έφεδρος αξιωματικός (Δ.Ε.Α.)
Υπαξιωματικοί (βαθμοφόροι οπλίτες)
αρχιλοχίας αρχικελευστής αρχισμηνίας
επιλοχίας επικελευστής επισμηνίας
λοχίας κελευστής σμηνίας
δεκανέας δίοπος υποσμηνίας
Οπλίτες
υποδεκανέας υποδίοπος ανθυποσμηνίας
στρατιώτης ναύτης σμηνίτης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]