ανιαρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανιαρός < αρχαία ελληνική ἀνιαρός < ἀνία

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανιαρός ανιαρή ανιαρό
γενική ανιαρού ανιαρής ανιαρού
αιτιατική ανιαρό ανιαρή ανιαρό
κλητική ανιαρέ ανιαρή ανιαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανιαροί ανιαρές ανιαρά
γενική ανιαρών ανιαρών ανιαρών
αιτιατική ανιαρούς ανιαρές ανιαρά
κλητική ανιαροί ανιαρές ανιαρά

ανιαρός

  1. χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που προκαλεί ανία, βαρεμάρα
    το να αντιγράφεις το όνομά σου 100 φορές σε μια κόλλα χαρτί είναι μια ανιαρή εργασία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]